Χειρουργικη Ενδοκρινων Αδενων

Σε αυτή την ενότητα μπορείτε να βρείτε όλες τις πληροφορίες και τις απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με τις παθήσεις που μπορεί να προσβάλλουν συγκεκριμένα σημεία του σώματός μας, και η θεραπεία τους να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε τεχνικές που συμπεριλαμβάνονται στους προαναφερόμενους τομείς.

ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Επικοικωνήστε με τον ιατρό για να κλείσετε ραντεβού.

Θυροειδης

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ο μεγαλύτερος αδένας του ανθρώπινου σώματος, βρίσκεται στο πρόσθιο μέρος του τραχήλου, έχει βάρος περίπου 20 γρ. και αποτελείται από δύο λοβούς. Παράγει τρεις ορμόνες: την θυροξίνη (Τ3) και την τριιωδοθυρονίνη (Τ4), οι οποίες ρυθμίζουν την μεταβολή των ιστών και την καλσιτονίνη που ελαττώνει τα επίπεδα του ασβεστίου του αίματος. Η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να προκαλέσει υποθυρεοειδισμό ή υπερθυρεοειδισμό, λειτουργικές παθήσεις, οι οποίες δεν αλλάζουν απαραίτητα την μορφολογία του αδένα. Οι παθήσεις αυτές αντιμετωπίζονται αρχικά φαρμακευτικά, προκειμένου να ρυθμιστεί η έκκριση σε φυσιολογικά επίπεδα. Ωστόσο, όταν είναι αδύνατη η θεραπεία με συντηρητικά μέσα, οριστική λύση προσφέρει η αφαίρεση του αδένα. Εκτός από τις λειτουργικές παθήσεις του θυρεοειδούς, υπάρχουν και οι μορφολογικές παθήσεις, οι οποίες συνήθως δεν επηρεάζουν την λειτουργία του. Οφείλονται στην παρουσία ενός ή πολλών όζων (σφαιρικά ογκίδια), οι οποίοι αλλάζουν το σχήμα και το μέγεθος του αδένα. Στις παθήσεις αυτές ανήκουν η οζώδης και η πολυοζώδης βρογχοκήλη.

Συχνότερα εμφανιζόμενη είναι η πολυοζώδης βρογχοκήλη, η θεραπεία της οποίας σπανίως είναι εφικτή με φαρμακευτική αγωγή. Ειδικότερα, οι βρογχοκήλες που ενοχλούν στην αναπνοή και την κατάποση, όσες υπερπαράγουν ορμόνη και οι κακοήθεις χρήζουν χειρουργικής αντιμετώπισης. Οζώδης βρογχοκήλη χαρακτηρίζεται η παρουσία ενός και μόνο όζου στον αδένα που μπορεί να είναι καλοήθης, κακοήθης ή απλώς μια κύστη. Τέλος, ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα, αν και σπάνιος, είναι ο συχνότερα εμφανιζόμενος καρκίνος των ενδοκρινών αδένων. Εμφανίζεται στο 1-2% του γενικού πληθυσμού και κυρίως στις γυναίκες. Μορφές του είναι ο θηλώδης, ο θηλακιώδης, ο μυελοειδής και ο αναπλαστικός καρκίνος, ο οποίος αποτελεί και την πιο επιθετική μορφή καρκίνου του θυρεοειδή.

Οι παθήσεις του θυρεοειδούς αρκετά συχνά απαιτούν την χειρουργική αφαίρεσή του, ειδικά αφού δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα έγκυρες διαγνωστικές μέθοδοι που θα μπορούσαν να αποκλείσουν την παρουσία καρκινώματος. Η ολική θυρεοειδεκτομή είναι μια λεπτή επέμβαση, η οποία απαιτεί γνώσεις, εμπειρία, απόλυτη δεξιοτεχνία και προσοχή του χειρουργού ώστε να αποφευχθούν κακώσεις ή βλάβες άλλων οργάνων, όπως ο οισοφάγος, οι καρωτίδες, οι παραθυρεοειδείς αδένες κ.ά. Συστήνεται σε περιπτώσεις μεγάλης βρογχοκήλης που ενοχλεί στην αναπνοή ή την κατάποση και πολυοζώδους βρογχοκήλης, οι οποίες δεν θεραπεύονται φαρμακευτικά, τοξικής βρογχοκήλης λόγω επικινδυνότητας και σε περιπτώσεις όζων που μεγαλώνουν παρά τη θεραπεία ή όταν υπάρχει υποψία κακοήθειας. Η θυρεοειδεκτομή γίνεται μέσω μια εγκάρσιας τομής 3-4 εκατοστών στον τράχηλο, με την χρήση ειδικών συσκευών laser και υπερήχων, ώστε να επιτευχθεί η αναίμακτη αφαίρεση του αδένα. Η επέμβαση ολοκληρώνεται με πλαστική του δέρματος, για το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Οι πιθανές επιπλοκές περιορίζονται σε υπασβεστιαιμία, η οποία αντιμετωπίζεται με παροδική λήψη ασβεστίου, και σε βραχνάδα, η οποία υποχωρεί μετά από λίγες ημέρες, εκτός σπανίων περιπτώσεων. Μετά την επέμβαση ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει εφ’ όρου ζωής θυρεοειδική ορμόνη.

Προεγχειρητικά ελέγχεται η αναπνευστική και καρδιακή λειτουργία του ασθενή και γίνεται αιματολογικός και ορμονικός έλεγχος. Η διακοπή του καπνίσματος είναι μείζονος σημασίας τουλάχιστον 48 ώρες πριν τη επέμβαση. Ο μετεγχειρητικός πόνος και η δυσκαμψία του αυχένα που διαρκεί λίγες ημέρες, αντιμετωπίζεται με απλά αναλγητικά. Επίσης, τις πρώτες ημέρες θα χρειαστεί ο ασθενής να ακολουθήσει μια δίαιτα με μαλακές τροφές, λόγω δυσκολίας στην κατάποση, η οποία υποχωρεί ταχύτατα. Λόγοι επικοινωνίας με τον χειρουργό είναι η παρουσία πόνου, κοκκινίλας και εκκρίματος από την τομή, συμπτώματα που οφείλονται σε μόλυνση του τραύματος.

Η διάρκεια της επέμβασης είναι περίπου 2 ώρες, η νοσηλεία δεν ξεπερνά την μία ημέρα και ο χειρουργημένος μπορεί να επιστρέψει στις δραστηριότητές του σε διάστημα λίγων ημερών.

Παραθυροειδεις αδενες

Οι παραθυρεοειδείς αδένες έχουν πολύ μικρό μέγεθος, στο 85% των ανθρώπων είναι 4, ενώ στο υπόλοιπο 15% μπορεί να έχει πέντε ή έξι. Βρίσκονται προσκολλημένοι στο πίσω μέρος του θυρεοειδή, και ο ρόλος τους είναι η έκκριση μιας πεπτιδικής ορμόνης που ονομάζεται παραθορμόνη (PTH), η οποία είναι υπεύθυνη κυρίως για τη διαχείριση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα και δευτερευόντως του φωσφόρου. Το ασβέστιο απορροφάται από το λεπτό έντερο, το πλεόνασμα αποθηκεύεται στα οστά και μια ποσότητα αποβάλλεται από τους νεφρούς. Όταν το ασβέστιο στον οργανισμό είναι σε χαμηλά επίπεδα (υπασβεστιαιμία) οι παραθυρεοειδείς αδένες εκκρίνουν παραθορμόνη, με αποτέλεσμα να απελευθερώνεται ασβέστιο από τα οστά για να καλυφθούν οι ανάγκες του οργανισμού. Αντιθέτως η αύξηση του ασβεστίου στο αίμα (υπερασβεστιαιμία) αναστέλλει την έκκρισή της.

Η υπερέκκριση παραθορμόνης (υπερπαραθυρεοειδισμός) οδηγεί στην κακοδιαχείριση του ασβεστίου και του φωσφόρου, με αποτέλεσμα σημαντικά προβλήματα στα οστά, το μυϊκό και το νευρικό σύστημα. Ο πρωτοπαθής υπερθυρεοειδισμός προκαλείται κυρίως από μονήρες αδένωμα, και σπανιότερα από υπερπλασία, πολλαπλά αδενώματα ή καρκίνωμα. Τα συμπτώματά του είναι γαστρεντερικές διαταραχές (ανορεξία, έμετοι), έλκος δωδεκαδακτύλου και μυϊκή αδυναμία, σπανιότερα παγκρεατίτιδα, οστεοπόρωση, νεφρολιθίαση και ψυχικές διαταραχές. Η διάγνωση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού γίνεται με ειδικές αιματολογικές και ορμονολογικές εξετάσεις καθώς και απεικονιστικό έλεγχο (υπερηχογράφημα, αξονική, μαγνητική, σπινθηρογράφημα). Ο μοναδικός τρόπος αντιμετώπισής του είναι η χειρουργική αφαίρεση του πάσχοντος αδένα ή αδένων, αφού η φαρμακευτική θεραπεία δεν έχει ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Ο δευτεροπαθής υπερθυρεοειδισμός οφείλεται σε νεφρική ανεπάρκεια και δυσαπορρόφηση. Για την αντιμετώπισή της απαιτείται η συμβολή ενδοκρινολόγου και νεφρολόγου, ενώ σε προχωρημένο στάδιο μπορεί να χρειαστεί η χειρουργική αφαίρεση των παραθυρεοειδών αδένων. Η παθολογικά μειωμένη έκκριση παραθορμόνης (υποπαραθυρεοειδισμός) μπορεί να οφείλεται σε γενετικά αίτια, σε τραυματισμό, σε ακτινοβολίες στην περιοχή ή χρήση ραδιενεργού ιωδίου, ή να προκληθεί μετά την αφαίρεση των παραθυρεοειδών αδένων. Τα συμπτώματα είναι συνήθως ήπια και περιλαμβάνουν μυϊκές κράμπες, σπασμούς, κόπωση, λήθαργος, συχνοουρία, άγχος, κατάθλιψη και ψύχωση, ενώ η αντιμετώπισή του γίνεται με την χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων. Η αφαίρεση του πάσχοντος αδένα (παραθυρεοειδεκτομή) γίνεται με διεύρυνση του τραχήλου, στις περιπτώσεις που δεν έχει εντοπιστεί προεγχειρητικά, μέσω μιας τομής 4-6 εκατοστών. Η διάρκεια της επέμβασης εξαρτάται από τη δυσκολία εντοπισμού της πάσχοντος παραθυρεοειδούς αδένα και συνήθως δεν ξεπερνά τις 3 ώρες. Η διάρκεια νοσηλείας είναι 2 ημέρες.

Σε περιπτώσεις που έχει εντοπιστεί πριν από την επέμβαση ο αδένας που πρέπει να αφαιρεθεί, η διαδικασία είναι απλούστερη και η αφαίρεση γίνεται με ελάχιστα επεμβατική μέθοδο, μέσω μιας μικρότερης τομής (2 εκ.). Η διάρκεια της επέμβασης είναι 1 ώρα και νοσηλείας 1 ημέρα. Μια άλλη μέθοδος που επιτρέπει τον εντοπισμό, παρασκευή και αφαίρεση του παραθυρεοειδή είναι η ενδοσκοπική, με την οποία επιτυγχάνεται το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Διεξάγεται με τη χρήση 3 τροκάρ, με σημεία εισόδου από τον τράχηλο, τη μασχάλη ή το πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα. Πλεονέκτημα της μεθόδου αποτελούν οι ελάχιστες μετεγχειρητικές ενοχλήσεις.

Άλλες μη επεμβατικές μέθοδοι είναι η “βιντεοσκοπικά υποβοηθουμένη ελάχιστα επεμβατική” παραθυρεοειδεκτομή (MIVAP), με τη χρήση ειδικών μικροσκοπικών εργαλείων, η ραδιο-κατευθυνόμενη παραθυρεοειδεκτομή και η “εστιασμένη ή στοχευμένη” παραθυρεοειδεκτομή (ΜΙΡ).

Επινεφριδια

Τα επινεφρίδια είναι δύο τριγωνικοί ενδοκρινείς αδένες, μεγέθους 4 εκ. που εντοπίζονται πάνω στους νεφρούς. Η κύρια λειτουργία τους είναι η παραγωγή κορτιζόνης, αλδοστερόνης, αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης, οιστρογόνων και ανδρογόνων, βασικών ορμονών για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου και του μεταβολισμού.
Οι παθήσεις των επινεφριδίων οφείλονται κυρίως στην υπό ή υπερέκκριση ορμονών και για τη διάγνωσή τους είναι απαραίτητος ο αιματολογικός, ορμονικός έλεγχος, η κλινική εξέταση καθώς και ο απεικονιστικός έλεγχος.

Οι παθήσεις των επινεφριδίων είναι:

Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός – Σύνδρομο Cohn
Οφείλεται σε υπερέκκριση αλδοστερόνης, μιας ορμόνης που παράγεται στην φλοιώδη μοίρα των επινεφριδίων και συγκεκριμένα στην σπειροειδή ζώνη. Η πάθηση εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες που διανύουν την 3-5 δεκαετία της ζωής τους και τα κύρια συμπτώματά της είναι η υψηλή αρτηριακή πίεση και υποκαλιαιμία, ενώ σε βαρύτερες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει πολυδιψία, πολυουρία και μυϊκούς πόνους.
Τα αίτια της υπερέκκρισης είναι η παρουσία μονήρους αδενώματος (αλδοστερίνωμα) με μοναδικό τρόπο αντιμετώπισης την ολική επινεφριδεκτομή, η αμφοτερόπλευρη φλοιοεπινεφριδιακή υπερπλασία, η οποία αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά, καρκίνωμα των επινεφριδίων όπου επιβάλλεται η επινεφριδεκτομή και διάφορες κληρονομικές διαταραχές.

Σύνδρομο ενδογενούς υπερκορτιζολαιμίας (Σύνδρομο Cushing) 
Είναι μια αρκετά σπάνια νόσος και δημιουργείται από την υπερέκκριση κορτιζόλης από τα επινεφρίδια. Η ποσότητα της παραγόμενης κορτιζόλης καθορίζει και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, μεταξύ των οποίων είναι η παχυσαρκία, το στρογγυλό-κοκκινωπό πρόσωπο, τα ισχνά άκρα, το λεπτό δέρμα με ευαισθησία στους μώλωπες, η ανεξήγητη τριχοφυΐα ή η τριχόπτωση, η μυϊκή αδυναμία, η οστεοπόρωση, η υπέρταση, ο διαβήτης, οι ψυχολογικές διαταραχές και διαταραχές της εμμήνου ρύσεως (ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια). Ένα ακόμα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της πάθησης είναι η παρουσία κυανέρυθρων ραβδώσεων στην κοιλιά, τους μαστούς, τις μασχάλες και τους γλουτούς.

Όταν το σύνδρομο οφείλεται σε κάποιο επινεφριδιακό όγκο η μοναδική θεραπεία είναι η αφαίρεσή του.

Πρωτοπαθής επινεφριδιακή ανεπάρκεια (Νόσος του Addison)

Είναι μια ιδιαίτερα σπάνια νόσος, με συχνότερο αίτιο εμφάνισης την αυτοανοσία, κατά την οποία ο οργανισμός επιτίθεται στα επινεφρίδια επειδή τα αναγνωρίζει ως ξένο σώμα, με αποτέλεσμα την καταστροφή τους. Σπανιότερα οφείλεται σε χρόνιες λοιμώξεις και καρκινώματα. Τα κλινικά συμπτώματα εξαρτώνται άμεσα από την βαρύτητα της ανεπάρκειας, την ταχύτητα που καταστρέφονται τα επινεφρίδια και περιλαμβάνουν κόπωση, γενικευμένη αδυναμία, ανορεξία, απώλεια βάρους, ζάλη, ναυτία εμετό, κοιλιακό άλγος, διάρροια, αφυδάτωση, υπόταση, υπογλυκαιμία και μελάχρωση.
Η αδιάγνωση νόσος του Addison σε συνδυασμό με έντονο στρες μπορεί να οδηγήσει σε αδδισωνική κρίση, μια κατάσταση ιδιαίτερα σοβαρή και απειλητική για τη ζωή του ασθενή.
Η πρωτοπαθής επινεφριδιακή ανεπάρκεια αντιμετωπίζεται με αγωγή υποκατάστασης, εκτός των περιπτώσεων που προκαλείται από καρκίνωμα, οπότε χρήζει επινεφριδεκτομής.

Φαιοχρωμοκύτωμα
Το φαιοχρωμοκύττωμα είναι όγκος συνήθως καλοήθης που αναπτύσσεται εντός των επινεφριδίων και συγκεκριμένα στο μυελό του ενός από τα δύο επινεφρίδια. Στην πλειοψηφία είναι μονοί όγκοι, χωρίς να αποκλείεται η εμφάνιση πολλαπλών όγκων, ακόμα και εκτός επινεφριδίων. Αν και στην πλειοψηφία τους είναι καλοήθεις, προκαλούν υπερέκκριση κατεχολαμινών (αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη και ντοπαμίνη) με αποτέλεσμα μόνιμη ή παροξυσμιακή υπέρταση, κεφαλγία, εφίδρωση, ναυτία, ταχυκαρδία, κοιλιακό ή θωρακικό άλγος και ανησυχία.
Η χειρουργική αφαίρεση του επινεφριδίου αποτελεί την μοναδική θεραπεία της νόσου, η οποία εκτελείται μετά από χορήγηση αντι-υπερτασικής θεραπείας και ειδικής φαρμακευτικής προετοιμασίας προκειμένου να μειωθούν τα επίπεδα των κατεχολαμινών.

Εκτός από τις περιγραφόμενες ανωτέρω αιτίες που απαιτείται η εκτέλεση επινεφριδεκτομής, υπάρχουν και άλλες ακόμη σπανιότερες παθήσεις όπως ο καρκίνος του φλοιού των επινεφριδίων, το επινεφριδιογεννητικό σύνδρομο, οι επινεφριδιακές κύστεις, το νευροβλάστωμα, το γαγγλιονεύρωμα και άλλοι όγκοι των επινεφριδίων που χρήζουν την αφαίρεση ενός ή και των δύο επινεφριδίων.
Για την επινεφριδεκτομή, επιλέγεται κυρίως η ενδοσκοπική “ελάχιστα επεμβατική” μέθοδος, η οποία ανάλογα με τη προσπέλαση διακρίνεται σε λαπαροσκοπική επινεφριδεκτομή (μέσω κοιλιακής χώρας) και σε οπισθοπεριτοναϊκή ενδοσκοπική επινεφριδεκτομή (μέσω της οσφυϊκής περιοχής).

Η λαπαροσκοπική επινεφριδεκτομή εκτελείται μέσω 4 οπών μεγέθους έως 1εκ., γεγονός που περιορίζει σημαντικά τον μετεγχειρητικό πόνο, την απώλεια αίματος, τον χρόνο νοσηλείας και αποχής από τις καθημερινές δραστηριότητες. Παράλληλα επιτυγχάνει ταχύτερη κινητοποίηση του ασθενή και καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα, συγκριτικά με την ανοιχτή επινεφριδεκτομή. Η επέμβαση διαρκεί 2-3 ώρες και η νοσηλεία του ασθενή 3 ημέρες. Ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στις καθημερινές δραστηριότητές τους περίπου σε μία εβδομάδα.

Η οπισθοπεριτοναϊκή επινεφριδεκτομή επιλέγεται σε περιπτώσεις ταυτόχρονης αφαίρεσης των δύο επινεφριδίων και αποτελεί μια ασφαλή μέθοδο, καθώς αποφεύγονται οι μετεγχειρητικές κήλες. Ο χρόνος νοσηλείας δεν ξεπερνά τις 5 ημέρες και ο χρόνος που απαιτείται για την πλήρη ανάρρωση του ασθενή δεν υπερβαίνει τις 15 ημέρες.