Επινεφρίδια

Τα επινεφρίδια είναι δύο τριγωνικοί ενδοκρινείς αδένες, μεγέθους 4 εκ. που εντοπίζονται πάνω στους νεφρούς. Η κύρια λειτουργία τους είναι η παραγωγή κορτιζόνης, αλδοστερόνης, αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης, οιστρογόνων και ανδρογόνων, βασικών ορμονών για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου και του μεταβολισμού.
Οι παθήσεις των επινεφριδίων οφείλονται κυρίως στην υπό ή υπερέκκριση ορμονών και για τη διάγνωσή τους είναι απαραίτητος ο αιματολογικός, ορμονικός έλεγχος, η κλινική εξέταση καθώς και ο απεικονιστικός έλεγχος.

Οι παθήσεις των επινεφριδίων είναι:

Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός - Σύνδρομο Cohn
Οφείλεται σε υπερέκκριση αλδοστερόνης, μιας ορμόνης που παράγεται στην φλοιώδη μοίρα των επινεφριδίων και συγκεκριμένα στην σπειροειδή ζώνη. Η πάθηση εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες που διανύουν την 3-5 δεκαετία της ζωής τους και τα κύρια συμπτώματά της είναι η υψηλή αρτηριακή πίεση και υποκαλιαιμία, ενώ σε βαρύτερες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει πολυδιψία, πολυουρία και μυϊκούς πόνους. 
Τα αίτια της υπερέκκρισης είναι η παρουσία μονήρους αδενώματος (αλδοστερίνωμα) με μοναδικό τρόπο αντιμετώπισης την ολική επινεφριδεκτομή, η αμφοτερόπλευρη φλοιοεπινεφριδιακή υπερπλασία, η οποία αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά, καρκίνωμα των επινεφριδίων όπου επιβάλλεται η επινεφριδεκτομή και διάφορες κληρονομικές διαταραχές. 

Σύνδρομο ενδογενούς υπερκορτιζολαιμίας (Σύνδρομο Cushing) 
Είναι μια αρκετά σπάνια νόσος και δημιουργείται από την υπερέκκριση κορτιζόλης από τα επινεφρίδια. Η ποσότητα της παραγόμενης κορτιζόλης καθορίζει και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, μεταξύ των οποίων είναι η παχυσαρκία, το στρογγυλό-κοκκινωπό πρόσωπο, τα ισχνά άκρα, το λεπτό δέρμα με ευαισθησία στους μώλωπες, η ανεξήγητη τριχοφυΐα ή η τριχόπτωση, η μυϊκή αδυναμία, η οστεοπόρωση, η υπέρταση, ο διαβήτης, οι ψυχολογικές διαταραχές και διαταραχές της εμμήνου ρύσεως (ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια). Ένα ακόμα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της πάθησης είναι η παρουσία κυανέρυθρων ραβδώσεων στην κοιλιά, τους μαστούς, τις μασχάλες και τους γλουτούς.

Όταν το σύνδρομο οφείλεται σε κάποιο επινεφριδιακό όγκο η μοναδική θεραπεία είναι η αφαίρεσή του.

Πρωτοπαθής επινεφριδιακή ανεπάρκεια (Νόσος του Addison)

Είναι μια ιδιαίτερα σπάνια νόσος, με συχνότερο αίτιο εμφάνισης την αυτοανοσία, κατά την οποία ο οργανισμός επιτίθεται στα επινεφρίδια επειδή τα αναγνωρίζει ως ξένο σώμα, με αποτέλεσμα την καταστροφή τους. Σπανιότερα οφείλεται σε χρόνιες λοιμώξεις και καρκινώματα. Τα κλινικά συμπτώματα εξαρτώνται άμεσα από την βαρύτητα της ανεπάρκειας, την ταχύτητα που καταστρέφονται τα επινεφρίδια και περιλαμβάνουν κόπωση, γενικευμένη αδυναμία, ανορεξία, απώλεια βάρους, ζάλη, ναυτία εμετό, κοιλιακό άλγος, διάρροια, αφυδάτωση, υπόταση, υπογλυκαιμία και μελάχρωση. 
Η αδιάγνωση νόσος του Addison σε συνδυασμό με έντονο στρες μπορεί να οδηγήσει σε αδδισωνική κρίση, μια κατάσταση ιδιαίτερα σοβαρή και απειλητική για τη ζωή του ασθενή.
Η πρωτοπαθής επινεφριδιακή ανεπάρκεια αντιμετωπίζεται με αγωγή υποκατάστασης, εκτός των περιπτώσεων που προκαλείται από καρκίνωμα, οπότε χρήζει επινεφριδεκτομής.

Φαιοχρωμοκύτωμα
Το φαιοχρωμοκύττωμα είναι όγκος συνήθως καλοήθης που αναπτύσσεται εντός των επινεφριδίων και συγκεκριμένα στο μυελό του ενός από τα δύο επινεφρίδια. Στην πλειοψηφία είναι μονοί όγκοι, χωρίς να αποκλείεται η εμφάνιση πολλαπλών όγκων, ακόμα και εκτός επινεφριδίων. Αν και στην πλειοψηφία τους είναι καλοήθεις, προκαλούν υπερέκκριση κατεχολαμινών (αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη και ντοπαμίνη) με αποτέλεσμα μόνιμη ή παροξυσμιακή υπέρταση, κεφαλγία, εφίδρωση, ναυτία, ταχυκαρδία, κοιλιακό ή θωρακικό άλγος και ανησυχία.
Η χειρουργική αφαίρεση του επινεφριδίου αποτελεί την μοναδική θεραπεία της νόσου, η οποία εκτελείται μετά από χορήγηση αντι-υπερτασικής θεραπείας και ειδικής φαρμακευτικής προετοιμασίας προκειμένου να μειωθούν τα επίπεδα των κατεχολαμινών. 

Εκτός από τις περιγραφόμενες ανωτέρω αιτίες που απαιτείται η εκτέλεση επινεφριδεκτομής, υπάρχουν και άλλες ακόμη σπανιότερες παθήσεις όπως ο καρκίνος του φλοιού των επινεφριδίων, το επινεφριδιογεννητικό σύνδρομο, οι επινεφριδιακές κύστεις, το νευροβλάστωμα, το γαγγλιονεύρωμα και άλλοι όγκοι των επινεφριδίων που χρήζουν την αφαίρεση ενός ή και των δύο επινεφριδίων. 
Για την επινεφριδεκτομή, επιλέγεται κυρίως η ενδοσκοπική “ελάχιστα επεμβατική” μέθοδος, η οποία ανάλογα με τη προσπέλαση διακρίνεται σε λαπαροσκοπική επινεφριδεκτομή (μέσω κοιλιακής χώρας) και σε οπισθοπεριτοναϊκή ενδοσκοπική επινεφριδεκτομή (μέσω της οσφυϊκής περιοχής). 

Η λαπαροσκοπική επινεφριδεκτομή εκτελείται μέσω 4 οπών μεγέθους έως 1εκ., γεγονός που περιορίζει σημαντικά τον μετεγχειρητικό πόνο, την απώλεια αίματος, τον χρόνο νοσηλείας και αποχής από τις καθημερινές δραστηριότητες. Παράλληλα επιτυγχάνει ταχύτερη κινητοποίηση του ασθενή και καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα, συγκριτικά με την ανοιχτή επινεφριδεκτομή. Η επέμβαση διαρκεί 2-3 ώρες και η νοσηλεία του ασθενή 3 ημέρες. Ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στις καθημερινές δραστηριότητές τους περίπου σε μία εβδομάδα.

Η οπισθοπεριτοναϊκή επινεφριδεκτομή επιλέγεται σε περιπτώσεις ταυτόχρονης αφαίρεσης των δύο επινεφριδίων και αποτελεί μια ασφαλή μέθοδο, καθώς αποφεύγονται οι μετεγχειρητικές κήλες. Ο χρόνος νοσηλείας δεν ξεπερνά τις 5 ημέρες και ο χρόνος που απαιτείται για την πλήρη ανάρρωση του ασθενή δεν υπερβαίνει τις 15 ημέρες.